To zaravina.gr χρησιμοποιεί cookies για βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη. Με τη χρήση αυτής της ιστοσελίδας αποδέχεστε τη χρήση των cookies.

Τεχνικη Γνωμοδοτηση Κουτσογιαννη Δ. (2004)

Αξιολόγηση Χρήστη: 5 / 5

Αστέρια ΕνεργάΑστέρια ΕνεργάΑστέρια ΕνεργάΑστέρια ΕνεργάΑστέρια Ενεργά
 
Εμφανίσεις: 1357


5. Σχολιασμός των επιχειρημάτων των Γιακουμάκη και Καπλανίδη (2003)


Στο τέλος αυτής της έκθεσης θεωρείται σκόπιμη η ειδικότερη αναφορά και ο σχολιασμός επιχειρημάτων των Γιακουμάκη και Καπλανίδη (2003), βάσει των οποίων κατέληξαν στην άποψη ότι η λίμνη είναι μεγάλη, άποψη αντίθετη με αυτή που υποστηρίζει ο συντάκτης της παρούσας έκθεσης. Για οικονομία, η παρουσίαση και αντίκρουση επιχειρημάτων είναι επιλεκτική και όχι εξαντλητική, δηλαδή αναφέρονται μόνο τα κυριότερα επιχειρήματα, παρόλο που και αρκετά άλλα είναι άτοπα κατά την άποψη του συντάκτη της παρούσας έκθεσης.


5.1 Το αέναο των ροών


Σε πολλά σημεία του κειμένου τους οι Γιακουμάκης και Καπλανίδης (2003) καθιστούν σαφές ότι, όταν αναφέρονται στο αέναο των ροών, δεν αναφέρονται μόνο σε επιφανειακά νερά αλλά και σε υπόγεια, ενώ συγκαταλέγουν και τα όμβρια νερά. Αυτό όμως, όπως επεξηγήθηκε στο εδάφιο 3.2, δεν συνάδει με τις νομικές όψεις του θέματος, όπως τουλάχιστον τις έχει κατανοήσει ο συντάκτης της παρούσας.

   Το συμπέρασμα ότι οι Γιακουμάκης και Καπλανίδης (2003) συγκαταλέγουν και την υπόγεια ροή στην έννοια της αέναης ροής προκύπτει, μεταξύ άλλων, και από το ακόλουθο απόσπασμα από τη σ. 56:
«Η κίνηση του υπόγειου νερού μέσα στο καρστικό υδρογεωλογικό σύστημα που αναφερόμαστε είναι συνεχής (αέναη) και διενεργείται με μικρότερες ταχύτητες απ’ ότι η επιφανειακή απορροή, με αποτέλεσμα να γίνεται και όταν δεν υπάρχει βροχόπτωση, δηλαδή καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. […] Κατά συνέπεια η λίμνη Ζαραβίνας έχει “…δημιουργηθεί και υφίσταται (σήμερα) από αέναη ροή υδάτων προερχόμενων εκτός του εδάφους που καταλαμβάνει…” από μακρινή περιοχή όσον αφορά τα υπόγεια νερά».

Σχετικό είναι και το απόσπασμα από τη σ. 11:
«Στην περίπτωση που η λίμνη δεν ετροφοδοτείτο από τις υπολίμνιες πηγές της αλλά από επιφανειακό νερό υδατορεύματος με βασική απορροή τους μήνες που δεν υπάρχουν καθόλου βροχές ή σπάνια βρέχει (θερινή περίοδος), πάλι υπόγειο νερό θα ήταν πηγών που εκφορτίζονται στο υδατόρευμα. Η ιδιομορφία της περίπτωσης εδώ έγκειται στο γεγονός ότι η εκφόρτιση των υπόγειων νερών γίνεται απευθείας στη λίμνη και όχι πρώτα σε υδατορεύματα που καταλήγουν σ’ αυτή.»

Διαπιστώνεται, εν προκειμένω, ότι οι Γιακουμάκης και Καπλανίδης δέχονται ότι η εκφόρτιση των υπόγειων νερών γίνεται απευθείας στη λίμνη και όχι σε υδατορεύματα που καταλήγουν σ’ αυτή, κάτι που ουδείς αμφισβητεί, αλλά προχωρούν στο συλλογισμό ότι η υπόγεια τροφοδοσία είναι η αέναη ροή του νομικού ερωτήματος.

   Εξ άλλου, στη σ. 65 γράφουν

«Η […] στενή σχέση μεταξύ επιφανειακών και υπόγειων νερών […] δεν επιτρέπει σε καμία περίπτωση το διαχωρισμό τους, κάτι το οποίο θα ήταν αντίθετο προς τη φυσική πραγματικότητα».


Η τελευταία αναφορά αυτή ασφαλώς δεν είναι ορθή, σε βαθμό που προκαλεί έκπληξη, αφού στην επιστήμη της υδρολογίας (και σε άλλες επιστήμες) γίνεται πάντα διαχωρισμός των επιφανειακών και υπόγειων υδάτων και ακολουθούνται διαφορετικές μεθοδολογικές προσεγγίσεις για κάθε κατηγορία. Για παράδειγμα, οι ταχύτητες ροής στα υπόγεια υδάτινα σώματα είναι κατά τάξεις μεγέθους μικρότερες από αυτές στα επιφανειακά, ενώ τα μαθηματικά μοντέλα για τις δύο περιπτώσεις είναι τελείως διαφορετικά.

   Το πιο χαρακτηριστικό απόσπασμα είναι αυτό από τη σ. 68:

«Κατά το χειμώνα ιδίως, στη διάρκεια του οποίου εκδηλώνονται οι περισσότερες βροχές, προστίθεται στο υδατόρευμα (ποταμό) και η άμεση (πλημμυρική) απορροή. Η δε βασική απορροή δεν επηρεάζεται αισθητά κατά τη διάρκεια των πλημμυρών. Επομένως, η συνέχεια, το αέναο της ροής, που είναι και το κυρίως ζητούμενο /(νερό) συγκείμενο από μόρια, τα οποία “διηνεκώς” (αενάως) φεύγουν “μιγνύμενα και εναλλάσσοντα θέσιν” σε κάθε χρονική στιγμή/ εξασφαλίζεται και στην περίπτωση του ποταμού μόνο από τα υπόγεια νερά. Είναι χαρακτηριστικό ότι η βασική απορροή του ποταμού Καλαμά προέρχεται από την ίδια ευρύτερη υδρογεωλογική λεκάνη (εκτιμώμενη έκταση: 100-130 km2) από την οποία τροφοδοτούνται και οι πηγές της λίμνης Ζαραβίνας. Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι τα υπόγεια νερά τροφοδοσίας των πηγών της λίμνης Ζαραβίνας και των πηγών του Καλαμά ποταμού διανύουν μεγάλες αποστάσεις εντός των καρστικών σχηματισμών πριν εκβάλλουν στους αντίστοιχους φυσικούς επιφανειακούς αποδέκτες και ότι δεν πρόκειται για τοπικής σημασίας αναβλύσεις».


   Εδώ θα πρέπει να παρατηρήσουμε τα ακόλουθα:

  1. Πράγματι, η συνέχεια και το αέναο της ροής ενός ποταμού εξασφαλίζεται από τα υπόγεια νερά που τροφοδοτούν τις πηγές του. Ωστόσο, ο ποταμός θεωρείται ότι ξεκινά από τη θέση των πηγών και εκτείνεται στα κατάντη αυτών, δηλαδή σχηματίζεται από τη στιγμή που τα υπόγεια νερά εξέλθουν στην επιφάνεια.
  2. Ορθώς επισημαίνεται ότι η βασική ροή δεν επηρεάζεται αισθητά κατά τη διάρκεια των πλημμυρών, που ισοδυναμεί με το γεγονός ότι η βασική, δηλαδή η αέναη ροή, είναι διεργασία ανεξάρτητη της πλημμυρικής απορροής. Προκαλεί όμως έκπληξη το γεγονός ότι δεν αναφέρεται ότι στην περίπτωση των μισγαγκειών της Ζαραβίνας η βασική απορροή είναι μηδενική, δηλαδή ανύπαρκτη.
  3. Αναμφίβολα, ο ποταμός Καλαμάς χαρακτηρίζεται από βασική ροή και γι’ αυτό είναι ποταμός και όχι χείμαρρος. Όμως, ο ποταμός Καλαμάς δεν διατρέχει τη λεκάνη της Ζαραβίνας αλλά βρίσκεται σε απόσταση χιλιομέτρων απ’ αυτή. Κατά συνέπεια, παρέλκει η διατύπωση περαιτέρω αναλύσεων επί του ποταμού Καλαμά.

   Εξ άλλου, το γεγονός ότι οι Γιακουμάκης και Καπλανίδης (2003) συγκαταλέγουν και τα όμβρια στην έννοια της αέναης ροής προκύπτει αφενός από το προηγούμενο απόσπασμα, στο οποίο μιλούν για πλημμυρική ροή (ήτοι, ροή ομβρίων) καθώς και από το ακόλουθο από τη σ.65:

«Τα σημαντικού μήκους υδατορεύματα που μνημονεύουν οι Νικολάου & Σαχπάζης (1999), δείχνουν σαφέστατα τα ίχνη της επιφανειακής απορροής».

Τα ίχνη, βεβαίως, δημιουργούνται από τα όμβρια νερά που έχουν τρέξει στο έδαφος κατά τη διάρκεια μιας ισχυρής βροχόπτωσης, ενώ σε αντιδιαστολή η αέναη ροή δεν παρουσιάζεται ως «ίχνη» απορροής, από νερό που κάποτε έτρεξε στο έδαφος, αλλά ως νερό που τρέχει κάθε στιγμή.

   Αν δεχτεί κανείς αυτή τη λογική του να συμπεριληφθούν οι υπόγειες ροές και οι ροές ομβρίων στην αέναη ροή και μέσω αυτής στο χαρακτηρισμό μιας λίμνης ως μικρής ή μεγάλης, τότε λογικά θα πρέπει να αποκλείσει την ύπαρξη μικρών λιμνών. Με τη λογική αυτή, ακόμη και μια στέρνα που αποθηκεύει όμβρια νερά και ένα πηγάδι που συνεχώς τροφοδοτείται από υπόγεια νερά θα έπρεπε να χαρακτηριστούν ως «μεγάλες λίμνες». Αντίστοιχα, με την ίδια λογική, αν οι απορροές ομβρίων χαρακτηριστούν αέναες, τότε οι περισσότερες από τις οδούς των αστικών περιοχών της χώρας μας, που όπως είναι γνωστό πλημμυρίζουν όταν βρέχει, θα έπρεπε να χαρακτηριστούν ως ποταμοί. Και τέλος, αν δεν γίνει διάκριση επιφανειακών και υπόγειων ροών, τότε, αφού όντως στα ανάντη των πηγών, π.χ. στο εσωτερικό των βουνών, πραγματοποιείται υπόγεια ροή, θα έπρεπε και τα βουνά να θεωρούνται ποταμοί. Κατά συνέπεια, τα επιχειρήματα των Γιακουμάκη και Καπλανίδη (2003), σε ότι αφορά το θέμα των αέναων ροών, είναι άτοπα.
   Τέλος, χαρακτηριστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα (από τη σ. 67):

«Συνοψίζοντας, η λίμνη της Ζαραβίνας τροφοδοτείται: (α) με άμεση απορροή (κυρίως από τα υδατορεύματα του Κορτιά και Θειαφόλακκο στα νότια αυτής). (β) με υπόγεια νερά από τις πηγές τις (κυρίως τις υπολίμνιες αλλά και σποραδικά και από τις επιφανειακές). (γ) από απευθείας βροχόπτωση στην επιφάνεια του καθρέφτη της».

Εν προκειμένω, θα πρέπει να διευκρινιστούν τα ακόλουθα:

  1. Εξ ορισμού, η άμεση απορροή είναι απορροή ομβρίων (βλ. π.χ. Κουτσογιάννη και Ξανθόπουλο, 1999, σ. 287, αλλά και διευκρίνιση των ίδιων των Γιακουμάκη και Καπλανίδη, 2003, σ. 68, ότι η άμεση απορροή είναι πλημμυρική) και αντιδιαστέλλεται προς τη βασική, δηλαδή την αέναη ροή.
  2. Τα υπόγεια νερά και οι υπολίμνιες πηγές είναι άσχετα με το εξεταζόμενο πρόβλημα των αέναων ροών, όπως τεκμηριώθηκε παραπάνω.
  3. Η σποραδικότητα των επιφανειακών πηγών δεν αποτελεί παρά αντιδιαστολή προς την έννοια της αέναης ροής.
  4. Η απευθείας βροχόπτωση πάνω στη λίμνη, που προφανώς συμβαίνει όταν βρέχει, δεν είναι αέναη, ούτε καν ροή υπό την εμπειρική έννοια.

Κατά συνέπεια η παραπάνω περιγραφή των μηχανισμών τροφοδοσίας της λίμνης από τους Γιακουμάκη και Καπλανίδη (2003) οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει αέναη επιφανειακή (μέσω ποταμών κτλ.) τροφοδοσία της λίμνης. Για να συμπεράνει κανείς ότι η τροφοδοσία είναι αέναη και άρα η λίμνη μεγάλη, όπως έκαναν οι Γιακουμάκης και Καπλανίδης (2003) θα πρέπει να στηριχτεί είτε στα υπόγεια είτε στα όμβρια νερά. Αυτό όμως, σύμφωνα με τα παραπάνω, είναι άτοπο.


5.2 Βάθος λίμνης


Η μελέτη των Γιακουμάκη και Καπλανίδη (2003, σσ. 37, 68) χρησιμοποιεί ως ένα άλλο επιχείρημα, προκειμένου να υποστηρίξει την άποψη ότι η λίμνη Ζαραβίνα είναι μεγάλη λίμνη, το γεγονός ότι έχει μεγάλο βάθος και συγκεκριμένα μέγιστο βάθος 32 m, πράγμα που την κατατάσσει ως την «πέμπτη βαθύτερη ελληνική λίμνη, μετά την Τριχωνίδα (97 m), τη Βεγορίτιδα (70 m), τον Ζηρό (58 m) και την Αμβρακία (46 m)». Το ίδιο ουσιαστικώς επιχείρημα χρησιμοποιείται και στις προτάσεις του Ζωγράφου (1991), όπου χαρακτηριστικά αναφέρεται: «Η επίδικος [λίμνη] υπερτερεί ως προς το βάθος της ίσως έναντι πάσης άλλης λίμνης της Ελλάδος. Τούτο είναι της τάξεως των 60 μέτρων […]. Λαμβανομένου στο σημείο αυτό υπ’ όψιν ότι η λίμνη των Ιωαννίνων έχει μέγιστο βάθος μόλις 12 μέτρων […].».

   Για να δείξουμε ότι το επιχείρημα αυτό δεν ευσταθεί, θα χρησιμοποιήσουμε, ως πλέον χαρακτηριστικό, το παράδειγμα της αποξηραμένης πλέον λίμνης Κωπαΐδας. Η λίμνη αυτή ήταν μεγαλύτερη από όλες τις μεγάλες λίμνες της χώρας που φαίνονται στον Πίν. 2, αφού είχε έκταση που κυμαινόταν συνήθως από 150 km2 τα σχετικά άνομβρα χρόνια μέχρι 250km2 τα πολύομβρα χρόνια (Κωνσταντινίδης, 1993) και τροφοδοτούνταν από ένα μεγάλο ποταμό, το Βοιωτικό Κηφισό, με έκταση λεκάνης απορροής περί τα 2.000 km2. Το υψόμετρο της επιφάνειας της λίμνης κυμαινόταν από τα +95 στα +97 m ενώ ο πυθμένας της ήταν περίπου στα +88 m στα βαθύτερα σημεία (Ρώτη κ.ά., 1990), πράγμα που σημαίνει ότι το μέγιστο βάθος της λίμνης ήταν μόλις 7-9 m, ενώ το μέσο βάθος θα πρέπει να ήταν της τάξης του μέτρου, με αποτέλεσμα κάποια πολύ ξηρά χρόνια (όπως το 1856· Κωνσταντινίδης, 1993) σχεδόν να ξεραίνεται. Φυσικά, οι εισροές αυτής της λίμνης, δηλαδή οι ροές του ποταμού Βοιωτικού Κηφισού, ήταν αέναες (και εξακολουθούν και σήμερα να είναι, μόνο που εκτρέπονται στη λίμνη Υλίκη). Ως αέναες μετέφεραν ανά τους αιώνες φερτά υλικά, με τα οποία γέμισαν τη λίμνη, με αποτέλεσμα να γίνει στο πρόσφατο παρελθόν τόσο ρηχή.

   Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τη (μεγάλη) λίμνη Παμβώτιδα (Ιωαννίνων) που έχει επιφάνεια 22 km2 και μέσο βάθος μόλις 4.5 m (μέγιστο βάθος 9.2 m· Ξανθόπουλος κ.ά., 1984), στην οποία η διεργασία της πρόσχωσης με φερτά υλικά είναι σημαντική (καθώς σε παλιότερες εποχές το λιμναίο καθεστώς κάλυπτε μεγάλο τμήμα του Λεκανοπεδίου Ιωαννίνων, πέραν των σημερινών ορίων της Παμβώτιδας· Ξανθόπουλος κ.ά., 1984).

   Αντίθετα, στην περίπτωση της Ζαραβίνας, το μεγάλο βάθος (μέγιστη τιμή 32 m) αποτελεί ένδειξη ασήμαντων προσχώσεων ή αλλιώς ασήμαντης μεταφοράς φερτών υλικών και κατ’ επέκταση ασήμαντων επιφανειακών απορροών, οι οποίες είναι υπεύθυνες για την παράσυρση των φερτών υλικών. Μπορεί, ακόμη, να πιθανολογηθεί ότι στην περίπτωση της Ζαραβίνας η διάλυση (διάβρωση) του πυθμένα, λόγω των γυψούχων πετρωμάτων, συντελείται με ρυθμό ταχύτερο της πρόσχωσης, με αποτέλεσμα να εκβαθύνεται με την πάροδο του χρόνου. Για παρόμοιους λόγους (ανυπαρξία επιφανειακής ροής και στερεομεταφοράς) μεγάλο βάθος έχει και η γνωστή Λίμνη Βουλιαγμένης στην Αττική, η οποία είναι τύπου δολίνης και μικρή (140× 55 m) παρόλο που το βάθος της, αν ληφθεί υπόψη και το σπηλαιοβάραθρο, ξεπερνά τα 100m (http://www.vouliagmeni.gr/city_Limni.asp, http://cavediving.gr/Vouliagmeni.html).

   Επομένως, το μεγάλο βάθος δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι μια λίμνη είναι μεγάλη, με την έννοια ότι συντηρείται από αέναη ροή, αλλά μπορεί, αντιθέτως, να υποδεικνύει την ανυπαρξία (επιφανειακής) αέναης ροής. Συμπερασματικά, το βάθος της λίμνης δεν μπορεί να επηρεάζει το χαρακτηρισμό της ως μικρής ή μεγάλης.


5.3 Όγκος λίμνης


Σχετικό με το βάθος είναι και το επιχείρημα του μεγάλου όγκου νερού στη λίμνη. Συγκεκριμένα οι Γιακουμάκης και Καπλανίδης (2003, σ. 69) αναφέρουν:

«Διευκρινίζεται ότι από όλα τα γεωμετρικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν ένα επιφανειακό ταμιευτήρα (τεχνητό ή φυσικό) εκείνο που έχει ποσοτικά περισσότερη σημασία για τη διαχείριση των υδατικών πόρων είναι ο διαθέσιμος αποθηκευμένος όγκος νερού. Στο προκείμενο αυτός είναι αντικειμενικά μεγάλος. Σύμφωνα με τη Διεθνή Ενωση Μεγάλων Φραγμάτων (Ι.C.O.L.D.), μεγάλοι θεωρούνται οι ταμιευτήρες νερού με όγκο πάνω από 1.000.000 m3

   Κατ’ αρχάς ο σχετικός ορισμός της Διεθνούς Επιτροπής Μεγάλων Φραγμάτων δεν μεταφέρεται ορθά. Για την ορθή μεταφορά του ορισμού, μεταφράζουμε κατά λέξη το σχετικό χωρίο από την πρόσφατη έκθεση της World Commission on Dams (2000, σ. 8):

«Σύμφωνα με τη Διεθνή Επιτροπή Μεγάλων Φραγμάτων (ICOLD), μεγάλο φράγμα είναι ένα φράγμα ύψους 15 μέτρων ή μεγαλύτερου (από τη θεμελίωση). Αν φράγματα είναι ύψους μεταξύ 5 και 15 μέτρων και έχουν όγκο ταμιευτήρα περισσότερο από 3 εκατομμύρια κυβικά μέτρα ταξινομούνται επίσης ως μεγάλα φράγματα.»

   Συγκρίνοντας τα δύο παραπάνω χωρία διαπιστώνουμε κατ’ αρχάς ότι η Διεθνής Επιτροπή Μεγάλων Φραγμάτων δεν μιλά για μεγάλους ταμιευτήρες αλλά για μεγάλα φράγματα, οπότε η σχετική αναφορά είναι παντελώς άσχετη με το θέμα, καθόσον στην περίπτωση της Ζαραβίνας δεν υπάρχει φράγμα που να καλούμαστε να χαρακτηρίσουμε ως μικρό ή μεγάλο.  Επίσης, το σχετικό κριτήριο κατάταξης δεν είναι 1 αλλά 3 εκατομμύρια κυβικά μέτρα. Αλλά, ακόμη και αν η Επιτροπή χαρακτήριζε τον ταμιευτήρα και όχι το φράγμα, πάλι η σχετική αναφορά θα ήταν ανεπιτυχής, διότι και πάλι δεν είναι δυνατό να χρησιμοποιούνται κριτήρια μεγέθους ανθρώπινων έργων (στη συγκεκριμένη περίπτωση τεχνητών ταμιευτήρων) για να ταξινομηθούν φυσικά στοιχεία (στη συγκεκριμένη περίπτωση μια φυσική λίμνη). Για παράδειγμα, ένας κανάλι πλάτους 2-3 μέτρων μπορεί να χαρακτηριστεί ως μεγάλο, αλλά ένα ρέμα με το ίδιο πλάτος χαρακτηρίζεται μάλλον ως μικρό ρυάκι παρά ως μεγάλος ποταμός.

 

Attachments:
Download this file (2004ZaravinaGnomodotisi.pdf)2004ZaravinaGnomodotisi.pdf[ ]2113 kB
0
0
0
s2sdefault